Library of Municipality Deryneia

Και οι ξανθιές έχουν ψυχή / Έλενα Ακρίτα.

By: Ακρίτα, Έλενα [Author]Contributor(s): Καστανιώτης [Publisher]Material type: TextTextPublication details: Αθήνα: Καστανιώτης, 2004. Edition: Description: 248 σ. ; 21 εκISBN: 9600338833Subject(s): Ελληνική λογοτεχνία | Ελληνικό μυθιστόρημαDDC classification: 889.3 Summary: Περιγραφή Μαμά, περνάνε τα χρόνια. Δεν το ήξερα. Δεν το κατάλαβα. Δεν ενημερώθηκα αρμοδίως. Κοιμήθηκα παιδί και ξύπνησα γυναίκα. Περνάνε τα χρόνια εν μία νυκτί. Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η ωραιοτέρα στου κόσμου μας τη σφαίρα; «Δεν κοιτάς τη ρίζα στο μαλλί», με φτύνει ο καθρέφτης. Αυτή δεν είναι ρίζα. Είναι η Αττική οδός. Πρέπει να πληρώσεις διόδια για να τη διασχίσεις. Να πάω κομμωτήριο. Πότε; Γιατί; Για ποιον; Μάνα, γιατί με γέννησες; Γιατί με γέννησες ξανθιά με ψυχολογία μελαχρινής; Πίσω από το χαζοχαρούμενο, το joie de vivre, μαύρο κοράκι με νύχια γαμψά γαντζώνεται μέσα στην ψυχή μου. Το μυστικό της μελαχρινής. Η ξανθιά στην κοσμάρα της. Περνάνε τα χρόνια, μαμά. Όταν ήμουνα παιδί, μου 'λεγες: «Αύριο που θα σπουδάσεις...», «Αύριο που θα κάνεις δική σου οικογένεια...» Μ' έπιανε πανικός με το «αύριο»: Δηλαδή; Σήμερα Δευτέρα. Αύριο Τρίτη εγώ πρέπει να σπουδάσω ΚΑΙ να κάνω οικογένεια! Με καθησύχαζες: «Τρόπος του λέγειν». Κι όμως! Δεν ήταν τρόπος του λέγειν. Στην κυριολεξία έτσι κύλησε η ζωή, μαμά. Μέσα σε μια μέρα περάσανε τόσα χρόνια. Δευτέρα παιδί. Τρίτη γυναίκα. Η γυναίκα τα 'παιξε. Κουράστηκε. Βουλώνει το στόμα του μικρού κοριτσιού που παλεύει, χτυπιέται, κλοτσάει τα ποδαράκια του, προσπαθεί να φωνάξει, να ακουστεί. Θέλω να παίξω στο πάρκο! Πάρε με από το χέρι, μαμά!
Tags from this library: No tags from this library for this title. Log in to add tags.
Star ratings
    Average rating: 0.0 (0 votes)
Holdings
Item type Current library Call number Status Date due Barcode
Books Books Δημοτική Βιβλιοθήκη Δερύνειας
889.3 ΑΚΡ (Browse shelf(Opens below)) Available 007636

Περιέχει βιογραφικό σημείωμα της συγγραφέως.

Περιγραφή Μαμά, περνάνε τα χρόνια. Δεν το ήξερα. Δεν το κατάλαβα. Δεν ενημερώθηκα αρμοδίως. Κοιμήθηκα παιδί και ξύπνησα γυναίκα. Περνάνε τα χρόνια εν μία νυκτί. Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η ωραιοτέρα στου κόσμου μας τη σφαίρα; «Δεν κοιτάς τη ρίζα στο μαλλί», με φτύνει ο καθρέφτης. Αυτή δεν είναι ρίζα. Είναι η Αττική οδός. Πρέπει να πληρώσεις διόδια για να τη διασχίσεις. Να πάω κομμωτήριο. Πότε; Γιατί; Για ποιον; Μάνα, γιατί με γέννησες; Γιατί με γέννησες ξανθιά με ψυχολογία μελαχρινής; Πίσω από το χαζοχαρούμενο, το joie de vivre, μαύρο κοράκι με νύχια γαμψά γαντζώνεται μέσα στην ψυχή μου. Το μυστικό της μελαχρινής. Η ξανθιά στην κοσμάρα της. Περνάνε τα χρόνια, μαμά. Όταν ήμουνα παιδί, μου 'λεγες: «Αύριο που θα σπουδάσεις...», «Αύριο που θα κάνεις δική σου οικογένεια...» Μ' έπιανε πανικός με το «αύριο»: Δηλαδή; Σήμερα Δευτέρα. Αύριο Τρίτη εγώ πρέπει να σπουδάσω ΚΑΙ να κάνω οικογένεια! Με καθησύχαζες: «Τρόπος του λέγειν». Κι όμως! Δεν ήταν τρόπος του λέγειν. Στην κυριολεξία έτσι κύλησε η ζωή, μαμά. Μέσα σε μια μέρα περάσανε τόσα χρόνια. Δευτέρα παιδί. Τρίτη γυναίκα. Η γυναίκα τα 'παιξε. Κουράστηκε. Βουλώνει το στόμα του μικρού κοριτσιού που παλεύει, χτυπιέται, κλοτσάει τα ποδαράκια του, προσπαθεί να φωνάξει, να ακουστεί. Θέλω να παίξω στο πάρκο! Πάρε με από το χέρι, μαμά!