Library of Municipality Deryneia

Το τελευταίο κρασί / Μαίρη Ρενώ ; μετάφραση Γιάννης Σπανδωνής ; επιμέλεια Νίκος Καλέντης.

By: Contributor(s): Material type: TextTextPublication details: Αθήνα: Καλέντης, 1991. Description: 403 σ. ; 21 εκISBN:
  • 9602190191
Other title:
  • The last of the wine [Parallel title]
Subject(s): Summary: Περίληψη : Τα βράδια όταν ερχόταν ντυμένος για το δείπνο τον κοίταζα και αναριωτόμουν πώς νοιώθει κανείς όταν είναι όμορφος. Ήταν πάνω από ένα και ογδόντα ψηλός και είχε γκρίζα μάτια, ηλιοκαμμένο δέρμα και χρυσαφένια μαλλιά. Έμοιαζε με τους μεγαλόσωμους Απόλλωνες που φτιάχνει το εργαστήρι του Φειδία. Όσο για μένα αναπτυσσόμουν αργά και ήμουν μικρόσωμος για την ηλικία μου. Έδειχνα κιόλας πως θα έπαιρνα από το σόι της μητέρας μου, που οι άντρες είναι μελαχρινοί και γαλανομάτες και γίνονται δρομείς και άλτες μάλλον, παρά παλαιστές και παγκρατιαστές. Χαιρόμουν όμως να βλέπω τον πατέρα μου με τον καλό του μπλέ μανδύα που άφηνε γυμνό το μελαχρινό του στήθος και τον αριστερό του ώμο, λουσμένο και χτενισμένο και αλειμμένο με γλυκομύριστα λάδια, με το κεφάλι στεφανωμένο και το γένι του χτενισμένο και μυτερό. Αυτό σήμαινε πώς θα γινόταν συμπόσιο. Κάποτε έδωσε ένα τέτοιο συμπόσιο στο οποίο ήρθε και ο θεός Ερμής. Έτσι τουλάχιστον πίστεψα στην αρχή. Όχι γιατί ο νέος εκείνος ήταν τόσο ψηλός και όμορφος που δεν μπορούσε παρά θεός να είναι, αλλά και γιατί ήταν ολόιδιος με την ερμαϊκή στήλη που βρισκόταν έξω από ένα αρχοντικό. Κι όπως έμαθα αργότερα, το κεφάλι της στήλης είχε φτιαχτεί με εκείνο το μοντέλο. Τέλος πάντων συνήλθα από την κατάπληξή μου μόνο όταν τον είδα να βγαίνει στην αυλή, πράγμα που με έπεισε ότι ήταν άνθρωπος. Τότε κάποιος φώναξε από μέσα:" Αλκιβιάδη! Που είσαι;"
Tags from this library: No tags from this library for this title. Log in to add tags.
Star ratings
    Average rating: 0.0 (0 votes)
Holdings
Item type Current library Call number Status Date due Barcode
Books Books Δημοτική Βιβλιοθήκη Δερύνειας F REN (Browse shelf(Opens below)) Available 003612

Περίληψη : Τα βράδια όταν ερχόταν ντυμένος για το δείπνο τον κοίταζα και αναριωτόμουν πώς νοιώθει κανείς όταν είναι όμορφος. Ήταν πάνω από ένα και ογδόντα ψηλός και είχε γκρίζα μάτια, ηλιοκαμμένο δέρμα και χρυσαφένια μαλλιά. Έμοιαζε με τους μεγαλόσωμους Απόλλωνες που φτιάχνει το εργαστήρι του Φειδία. Όσο για μένα αναπτυσσόμουν αργά και ήμουν μικρόσωμος για την ηλικία μου. Έδειχνα κιόλας πως θα έπαιρνα από το σόι της μητέρας μου, που οι άντρες είναι μελαχρινοί και γαλανομάτες και γίνονται δρομείς και άλτες μάλλον, παρά παλαιστές και παγκρατιαστές. Χαιρόμουν όμως να βλέπω τον πατέρα μου με τον καλό του μπλέ μανδύα που άφηνε γυμνό το μελαχρινό του στήθος και τον αριστερό του ώμο, λουσμένο και χτενισμένο και αλειμμένο με γλυκομύριστα λάδια, με το κεφάλι στεφανωμένο και το γένι του χτενισμένο και μυτερό. Αυτό σήμαινε πώς θα γινόταν συμπόσιο. Κάποτε έδωσε ένα τέτοιο συμπόσιο στο οποίο ήρθε και ο θεός Ερμής. Έτσι τουλάχιστον πίστεψα στην αρχή. Όχι γιατί ο νέος εκείνος ήταν τόσο ψηλός και όμορφος που δεν μπορούσε παρά θεός να είναι, αλλά και γιατί ήταν ολόιδιος με την ερμαϊκή στήλη που βρισκόταν έξω από ένα αρχοντικό. Κι όπως έμαθα αργότερα, το κεφάλι της στήλης είχε φτιαχτεί με εκείνο το μοντέλο. Τέλος πάντων συνήλθα από την κατάπληξή μου μόνο όταν τον είδα να βγαίνει στην αυλή, πράγμα που με έπεισε ότι ήταν άνθρωπος. Τότε κάποιος φώναξε από μέσα:" Αλκιβιάδη! Που είσαι;"