Library of Municipality Deryneia

Το τραγούδι εκείνης της νύχτας : νουβέλα / Τηλέμαχος Κώτσιας.

By: Κωτσιάς, Τηλέμαχος, 1951- [Author]Material type: TextTextPublication details: Αθήνα: Κέδρος, 1998. Description: 159 σ. ; 21 εκISBN: 9600414157Subject(s): Ελληνική λογοτεχνία | Νουβέλα | Ελληνικό μυθιστόρημαDDC classification: 889.3 Summary: Περίληψη: Είναι στιγμές που με κάνουν να κοιτάζω πίσω και να νοσταλγώ. Ενα ποτάμι που φιδοσέρνεται στον κάμπο με το λιγοστό του νερό. Εκεί ροβολούν τα άλογα να ξεδιψάσουν. Πλατάνια με τζιτζίκια, χαλικαριές γεμάγες αγριορίγανη, ξερό κοκκινόχωμα ανάμεσα σε κοφτερές πέτρες, και κυρίως άνθρωποι που περιπλανιούνται στα διψασμένα βουνά, εκεί ψηλά που φυτρώνει ο αμάραντος. Πονεμένοι έρωτες, ερημωμένες εκκλησίες, παλιά νεκροταφεία, ζεστές νύχτες γεμάτες λαμπερά αστέρια και παραμύθια με ξωτικές αμαρτίες και χτυποκάρδια. Είναι ο πετροκότσυφας που κελαηδεί το δειλινό κρυμμένος στα πουρνάρια, ένα κλαρίνο που αιμορραγεί σταλιά σταλιά το μοιρολόι του. Είναι η γενέτειρα με μαύρα ρούχα και άσπρο μαντίλι, η αποστεωμένη γιαγιά με τα τραχιά χέρια και τη γλυκιά φωνή, τα ματωμένα συρματοπλέγματα. Είναι το λάλημα του κόκορα, η ζεστή λαχανόπιτα που μυρίζει μοσκοτρίφυλλο, τα τραγούδια των μεθυσμένων, το ρακοκάζανο και οι κληματαριές. Και πως μπορώ να σωπάσω; Οι συμπέθεροι έρχονται να δουν τη νύφη το Σαββατόβραδο βασίλεμα ήλιου, όπως συμφώνησαν. Ανθρωποι, ζωές και τύχες μαζί σ ένα τραπέζι, ξεκινούν μ ένα πολυφωνικό τραγούδι γεμάτο καημό. Κι ο έρωτας, κυνηγημένος, τριγυρνάει τη νύχτα μέσα στην αστροφεγγιά.
Tags from this library: No tags from this library for this title. Log in to add tags.
Star ratings
    Average rating: 0.0 (0 votes)
Holdings
Item type Current library Call number Status Date due Barcode
Books Books Δημοτική Βιβλιοθήκη Δερύνειας
889.3 ΚΩΤ (Browse shelf(Opens below)) Available 006185

Περίληψη: Είναι στιγμές που με κάνουν να κοιτάζω πίσω και να νοσταλγώ. Ενα ποτάμι που φιδοσέρνεται στον κάμπο με το λιγοστό του νερό. Εκεί ροβολούν τα άλογα να ξεδιψάσουν. Πλατάνια με τζιτζίκια, χαλικαριές γεμάγες αγριορίγανη, ξερό κοκκινόχωμα ανάμεσα σε κοφτερές πέτρες, και κυρίως άνθρωποι που περιπλανιούνται στα διψασμένα βουνά, εκεί ψηλά που φυτρώνει ο αμάραντος. Πονεμένοι έρωτες, ερημωμένες εκκλησίες, παλιά νεκροταφεία, ζεστές νύχτες γεμάτες λαμπερά αστέρια και παραμύθια με ξωτικές αμαρτίες και χτυποκάρδια. Είναι ο πετροκότσυφας που κελαηδεί το δειλινό κρυμμένος στα πουρνάρια, ένα κλαρίνο που αιμορραγεί σταλιά σταλιά το μοιρολόι του. Είναι η γενέτειρα με μαύρα ρούχα και άσπρο μαντίλι, η αποστεωμένη γιαγιά με τα τραχιά χέρια και τη γλυκιά φωνή, τα ματωμένα συρματοπλέγματα. Είναι το λάλημα του κόκορα, η ζεστή λαχανόπιτα που μυρίζει μοσκοτρίφυλλο, τα τραγούδια των μεθυσμένων, το ρακοκάζανο και οι κληματαριές. Και πως μπορώ να σωπάσω; Οι συμπέθεροι έρχονται να δουν τη νύφη το Σαββατόβραδο βασίλεμα ήλιου, όπως συμφώνησαν. Ανθρωποι, ζωές και τύχες μαζί σ ένα τραπέζι, ξεκινούν μ ένα πολυφωνικό τραγούδι γεμάτο καημό. Κι ο έρωτας, κυνηγημένος, τριγυρνάει τη νύχτα μέσα στην αστροφεγγιά.